Οι τελευταίες ώρες της Σμύρνης, του Στρατιωτικού Χρήστου Μαρινέλη

 

« Ζητώ Σταυρόν, μεγάλον Σταυρόν επί του οποίου να δοκιμάσω την ευχαρίστησιν καθηλούμενος, και μη έχων έτερον τι να δώσω προς σωτηρίαν της ημετέρας Πατρίδος, να δώσω το αίμα μου. Ούτω εννοώ το επ’ εμοί την ζωήν και την αρχιερωσύνην.»
Χρυσόστομος Σμύρνης


Συμπληρώνονται 98 χρόνια από την μικρασιατική καταστροφή, την μεγαλύτερη καταστροφή του νεότερου Ελληνισμού. Πλούσια βιβλιογραφία από Έλληνες και ξένους συγγραφείς καθώς και πληθώρα μαρτυριών περιγράφουν το δράμα και τις τραγικές στιγμές που βίωσε ο μικρασιατικός Ελληνισμός, τις αποφράδες εκείνες μέρες.



Του Χρήστου Μαρινέλη, προέδρου της Ένωσης Στρατιωτικών Περιφερειακής Ενότητας Καστοριάς, Αντιπροέδρου της Πανελλαδικής Ομοσπονδίας Ενώσεων Στρατιωτικών (ΠΟΕΣ).



Οι Τούρκοι άρχισαν την σφαγή πριν ακόμη μπουν στη Σμύρνη, από το μαγευτικό προάστιο του Μπουρνόβα. Το απόγευμα της 26ης Αυγούστου 1922 (π.ημ.) οι προφυλακές της 1ης και 2ης Μεραρχίας Ιππικού μπαίνουν στον Μπουρνόβα. Οι Τούρκοι ορμούν διαλέγοντας τις πλουσιότερες επαύλεις. Σφάζουν και λεηλατούν χωρίς κανένα οίκτο. Σέρνουν τις παρθένες στο δρόμο, ξεσκίζουν τα φορέματά τους και τις βιάζουν πριν τις κατακρεουργήσουν. Η σφαγή γενικεύτηκε. Λίγες ημέρες μετά η Daily Telegraph του Λονδίνου δημοσιεύει επιστολή νεαρού Άγγλου προς τον πατέρα του: «…Οι Τούρκοι κατέσφαξαν χωρίς έλεος όλους τους Έλληνες και τους Αρμένιους…Ούτε οι δυστυχισμένες υπηρέτριες των αγγλικών οικογενειών του προαστίου δεν διεσώθησαν……εσύρθησαν στους δρόμους και κατεσφάγησαν, αφού υπέστησαν βιασμούς και βλεδυράς προσβολάς…»
Στις 11 το πρωί του Σαββάτου 27 Αυγούστου 1922 (π.ημ.) έφιππο απόσπασμα από 125 άτακτους στρατιώτες (τσέτες) μ’ επικεφαλής τον οπλαρχηγό Κιόρ Μπεχλιβάν εισέρχεται από την συνοικία της Πούντας στη Σμύρνη. Στο άκουσμα πως στην πόλη εμφανίστηκαν Τούρκοι στρατιώτες, οι Έλληνες κατελήφθησαν από πανικό. Χιλιάδες συρρέουν στην προκυμαία της πόλης. Άλλοι κλειδαμπαρώνονται στα σπίτια τους ενώ κάποιοι καταφεύγουν στην Μητροπολιτικό ναό της πόλης, την Αγία Φωτεινή. Γράφει στο ημερολόγιο του ο Νικόλαος Καστρέτσιος από την Χαλκιδική, στρατιώτης τότε και αυτόπτης μάρτυρας: «Δεν είμαι δημοσιογράφος να περιγράψω με τα μελανότερα χρώματα την τραγωδία της Μικρασιατικής καταστροφής…Να έβλεπε κανείς η παραλία της Σμύρνης μάκρους 2 χιλιομέτρων, αυτού είχαν μαζευτεί ο ελληνόκοσμος από τα βάθη της Μ.Ασίας, Βουτζά, Κορδελιό, Μαινεμένη και περίμενε έλεος από τις Μεγάλες και συμμάχους τότε Δυνάμεις, κανένας όμως δεν ευσπλαχνίσθηκε τα γυναικόπαιδα, γέρους ,γριές που κρατούσαν μόνο μια κουβέρτα υπό μάλης και περίμεναν τον θάνατο από του Μπεχλιβάν τ’ ασκέρι, περίπου 100000 γυναικόπαιδα, μπήκε ο Πεχλιβάνης και έβαλε σφαγή στις ωραίες Σμυρνιές. Έσφαξαν, ατίμασαν, λεηλάτησαν και την επόμενη το αιχμαλωτισθέν σύνταγμα του Συνταγματάρχου Ζεγκίνη, ξεπλήρωσε τις τελευταίες αμαρτίες….. Νεανίδες, Σμυρνιοπούλες, άριστες κολυμβήτριες ρίχνονταν στην θάλασσα για να γλυτώσουν τη σφαγή, πλησίαζαν τα καράβια, Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά, για να τους βοηθήσουν, αναρριχούνταν, σκαρφάλωναν πάνω κι όμως οι άτιμοι σύμμαχοι μας τους έκοβαν τα χέρια ή τους σκότωναν και έπεφταν πίσω στην θάλασσα και κοκκίνιζε από το αίμα η θάλασσα των ωραίων κοριτσιών της αλησμονήτου Σμύρνης.» Η Μαρίκα Τσακιρίδου, δεκατριών ετών τότε μας πληροφορεί: «Θυμάμαι ένα μεγάλο πλοίο με Αγγλική σημαία. Οι ναύτες φώναζαν Νο!,Νο!,Νο! Το θυμάμαι τόσο καλά, γιατί ήταν η πρώτη φορά που άκουγα Νο!,Νο, Νο, έτσι στα Αγγλικά. Έριχναν νερό στους ανθρώπους και έκοβαν τα σχοινιά» Οι μαρτυρίες αυτές όπως και χιλιάδες άλλες που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης αποτελούν την καλύτερη απάντηση στις όψιμες απόψεις περί απλού συνωστισμού στην προκυμαία της πόλης. Μια αλαφιασμένη μητέρα τρέχει, προσπαθώντας να προστατέψει το παιδί της κάτω από το σάλι της. Στη γωνιά του δρόμου όμως πέφτει πάνω σε μια τουρκική περίπολο. Ο επικεφαλής ανοίγοντας το σάλι βλέπει το μωρό και το σηκώνει ψηλά, κρατώντας το από τον τράχηλο. Μη το παιδί μου! σπαράζει η δόλια μάνα. Ο Τούρκος ανοίγει με το μαχαίρι του τα σπλάχνα του βρέφους και το πετά μισοπεθαμένο στην αγκαλιά της τραγικής μάνας. Ο πρόξενος των ΗΠΑ στην Σμύρνη Τζορτζ Χόρτον εξιστορεί: « Είδα Τούρκους πολίτες οπλισμένους με πολεμικά και κυνηγετικά όπλα, να καραδοκούν στα παράθυρα και τις πόρτες των ελληνικών σπιτιών. Και μόλις πρόβαλλε κανείς, τον πυροβολούσαν. Αλλ’ εκείνο που μου έκανε αλησμόνητη εντύπωση, ήταν η έκφραση μίσους και βαρβαρότητας. Υπήρχε ακόμη και μια θρησκευτική έξαρση, αλλά δεν είχε τίποτε το ωραίο, ήταν η θρησκεία των δυνάμεων του σκότους. Υπήρχε κάτι το απύθμενα θλιβερό στην έκφραση των χλωμών προσώπων τους, που έμοιαζε να τα φωτίζει το πυρ της κολάσεως.» Στο Μερσινλί, στην εκκλησία της Παναγιάς της Μυρτιδιώτισσας, οι Τούρκοι, αφού ασέλγησαν σε δεκάδες κοπέλες τις στραγγάλισαν. Στο προάστιο αυτό κατεσφάγησαν όλοι οι εκεί παραμένοντες.
Το τέλος της κορυφαίας πραγματικά μορφής του ελληνισμού της Μικρασίας, τελευταίου Επισκόπου Σμύρνης, της μιας από τις επτά εκκλησίες της Αποκαλύψεως, Χρυσόστομου Καλαφάτη υπήρξε φρικτό. Ο Χρυσόστομος έμεινε στη Σμύρνη δίπλα στο ποίμνιο του, παρά τις πάμπολες προτάσεις που είχε από δημογέροντες, πρόξενους, Στρατιωτικούς Διοικητές ξένων δυνάμεων να διαφύγει, κάτι που ήδη είχε πράξει η πλέον αμφιλεγόμενη μορφή, ο Έλληνας Ύπατος Αρμοστής Σμύρνης Αριστείδης Στεργιάδης. Ακόμη και τις ύστατες ώρες τέλεσε την τελευταία Θεία Λειτουργία στο Μητροπολιτικό ναό της Αγίας Φωτεινής, και διένειμε προς βοήθεια του ποιμνίου του συσσίτιο, κλινοσκεπάσματα, φάρμακα στους πληγωμένους. Σε λίγη ώρα στο Μητροπολιτικό Μέγαρο καταφθάνει Τούρκος υπαστυνόμος με έξι στρατιώτες και διατάσσει τον Χρυσόστομο να τον ακολουθήσει στο Διοικητήριο προ του φρουράρχου Σαλήχ Ζεκή. Κλάματα και θρήνοι των συγκεντρωμένων Ελλήνων στον περίβολο του Μεγάρου για τον Μητροπολίτη τους. Ο Χρυσόστομος τους καθησυχάζει και τους συνιστά ψυχραιμία και θάρρος. Ο φρούραρχος διατάσσει τον Χρυσόστομο, όπως εκδώσει εγκύκλιο προς τον χριστιανικό πληθυσμό της Σμύρνης συστήνοντας να παραδώσει τα όπλα και τους Έλληνες στρατιώτες που τυχόν κρύβονταν στα σπίτια τους.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας 27ης Αυγούστου στις 8 επανέρχεται ο Τούρκος υπαστυνόμος στο Μητροπολιτικό Μέγαρο με οπλισμένους στρατιώτες και διατάσσει τον Χρυσόστομο, καθώς και τους δύο εκεί ευρισκόμενους δημογέροντες, Νικόλαο Τσουρουκτσόγλου και Γεώργιο Κλημάνογλου να τον ακολουθήσουν ως το Διοικητήριο όπου τους καλούσε ο στρατιωτικός Διοικητής Νουρεντίν Πασάς. Ο Μητροπολίτης προσάγεται στον Νουρεντίν. Ο αιμοβόρος αυτός στρατηγός και μέγας πολέμιος του Χρυσόστομου, αφού χυδαία τον εξύβρισε, τον αποπέμπει λέγοντας: «Δεν θα σε κρίνω εγώ. Θα σε κρίνει ο λαός μου» και τον παραδίδει στ’ άγρια τουρκικά στίφη που είχαν κατακλύσει την πλατεία του Διοικητηρίου. Μόνο η φαντασία ενός Δάντη χρειάζεται για να αποδώσει το τι επακολούθησε. Σιωπώντας ως πρόβατο επί σφαγή δέχεται κολαφισμούς, εμπτυσμούς, πληγές. Με ξιφολόγχη του βγάζουν τα μάτια, του κόβουν τη γλώσσα, του κόβουν τα’ αφτιά, του κόβουν τα χέρια, του ξεριζώνουν τα γένια. Μετέφεραν ύστερα το πτώμα του στις τουρκικές συνοικίες όπου το διαμέλισαν και ότι απέμεινε το ρίξανε στις όχθες του ποταμού Μέλη. Ο Αμερικανός πρόξενος Τζόρτζ Χόρτον γράφει για το μαρτυρικό τέλος του Χρυσόστομου: « Πέθανε ως μάρτυρας και η μνήμη του πρέπει να τιμάται με τις μεγαλύτερες τιμές από την Ελληνική Εκκλησία και το ελληνικό κράτος…..Η ύστατη σκηνή της εξόντωσης των χριστιανών της Σμύρνης το 1922 δοξάστηκε με τον ηρωικό θάνατο του τελευταίου Χριστιανού Επισκόπου.»
Το 1992 η Ιερά Σύνοδος της εκκλησίας της Ελλάδας προχώρησε στην αγιοκατάταξη του Χρυσοστόμου και όρισε να τιμάται η μνήμη του και των «συν αυτώ Ιεραρχών» την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Την Τετάρτη 31 Αυγούστου 1922 (π.ημ.) η θηριωδία ολοκληρώθηκε με το κάψιμο της πόλης. Η φωτιά ξεπήδησε πρώτα στην αρμενική συνοικία, που αποτεφρώθηκε με τόση ταχύτητα, ώστε ήταν φανερό ότι είχε πυρποληθεί. Και μόνο οι χρονολογίες αποκλείουν τον ισχυρισμό των Τούρκων, ότι η φωτιά ήταν έργο του υποχωρούντος ελληνικού στρατού. Ούτε ένας έλληνας στρατιώτης δεν υπήρχε την μέρα εκείνη , όταν οι φλόγες έζωσαν τις συνοικίες της Σμύρνης. Ταυτόχρονα άναψαν φωτιές στο Μπασμά Χανέ, τον Άγιο Νικόλαο και τα Μορτάκια. Φυσούσε δε σφοδρός βορειοδυτικός άνεμος που οι ντόπιοι ονόμαζαν «ιμπατ». Ο συγγραφέας Φρεντ Στιούαρτ γράφει: « Όλοι όσοι ζούσαν στη Σμύρνη ήξεραν ότι κάθε μέρα ανάμεσα στις δώδεκα και στις δύο το μεσημέρι ξεσπούσε ένας τοπικός άνεμος που ονομαζόταν ιμπάτ…..Κάτι τέτοιο είχε γίνει και εκείνη την Τετάρτη, όταν τέσσερις πυρκαγιές ξέσπασαν ταυτόχρονα στο νοτιότερο άκρο του αρμενικού τομέα».
Ακολουθεί η ένορκη μαρτυρία του καθολικού ιερέα της Σμύρνης, αιδεσιμώτατου Τσαρλς Ντόμπτσον «Πυρκαιά ξέσπασε σε πολλά σημεία, άρα επρόκειτο για συστηματική πυρπόληση, που μπορούσε να γίνει μόνο βάσει συντονισμένου σχεδίου. Οι Τούρκοι πυρπόλησαν την Σμύρνη, αποσκοπώντας στην έξωση όλων όσων δεν ήταν μουσουλμάνοι ή Εβραίοι. Η φωτιά που κατέστρεψε την Σμύρνη, ήταν η φυσική αποκορύφωση των ενεργειών του φανατισμένου Τουρκικού Στρατού»
Αργά το απόγευμα ένα τεράστιο τείχος από φλόγες είχε υψωθεί ανάμεσα στα σπίτια, στα σοκάκια, στις εκκλησιές και στα καταστήματα, σαρώνοντας τα και φέρνοντας τους ανθρώπους στο στάδιο της παραφροσύνης. Τεράστια μαδέρια ταξίδευαν πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων, που προσπαθούσαν να προφυλαχτούν όπως όπως. Για να μη γίνουν μάλιστα λάθη, και καούν και σπίτια Τούρκων, η τουρκική διοίκηση είχε φροντίσει να αναρτηθεί η επιγραφή: «Σαχιλί ισλαμντίρ» (ισλαμικό ίδρυμα), σε κάθε τουρκικό κτίριο. Σύντομα θα ξεσπάσουν κι άλλες φωτιές, όλες όμως βόρεια του τουρκικού τομέα, ο οποίος τελικά θα μείνει απείραχτος. Το βράδυ της Τετάρτης 31 Αυγούστου η Σμύρνη έλαμπε από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της κατακόκκινη, πυρακτωμένη μέσα σε ατέλειωτα σύννεφα στάχτης και καπνού. Όσοι είχαν επιζήσει της κτηνωδίας ως τότε , είτε κάηκαν ζωντανοί μέσα στα σπίτια τους είτε έπεσαν στα χέρια των Τούρκων που τους αποτέλειωσαν αφού πρώτα βασανίστηκαν οικτρά. Επί 36 ώρες η Σμύρνη καιγόταν. Η μυρωδιά της καμένης σάρκας πλανιόταν πάνω απ΄τα ερείπια.
Η Νύμφη του Ερμαίου δεν υπήρχε πια μετά από 30 αιώνες. Τα γεγονότα που σημάδεψαν και συντάραξαν τον ελληνισμό της Μικρασίας έχουμε χρέος να τα διατηρήσουμε ζωντανά στη μνήμη μας.

ΠΗΓΕΣ
Bierstadt Edward Η μεγάλη Προδοσία, εκδ. Α.Α Λιβάνη
Dobkin Marjorie Σμύρνη 1922, εκδ. Δήλος
Καψή Γιάννη Χαμένες Πατρίδες, εκδ. Α.Α Λιβάνη
Σολομωνίδη Χρήστου Ο Σμύρνης Χρυσόστομος, εκδ. Ειρμός
Τζανακαρη Βασίλη Δακρυσμένη Μικρασία, εκδ. Μεταίχμιο


sentra.com.gr
Share on Google Plus

About VALIA ABATZI

Παιδί στρατιωτικής οικογένειας. Δημοσιογράφος Αρκαδίας με πολυετή εμπειρία στο χώρο των ΜΜΕ. Είναι Υπεύθυνη Δημοσίων σχέσεων σε γνωστά πρόσωπα και επιχειρήσεις στην Ελλάδα.Έχει κάνει μετεκπαιδευση στο Λονδίνο(BBC,Guardian, war-army journalism, data journalism) Καθηγήτρια Δημοσιογραφίας - Διδάσκει Στρατιωτικό Ρεπορτάζ και Δημόσιες σχέσεις στις ΕΔ.Μέλος Κιβωτού Ολιστικής Παιδείας Ενόπλων Δυνάμεων, μέλος Συλλόγου Εφέδρων Πελοποννήσου- Μέλος Δημοσιογραφικών Ενώσεων. Διευθύντρια Δημοσίων σχέσεων UNESCO Πειραιώς και Νήσων και της International Action Art, Παρουσιάστρια τηλεοπτικής εκπομπής ¨Μαζί στην Πρώτη Γραμμή. Πρόσφατα μπήκε στην εγκυκλοπαίδεια με τα πιο σημαντικά πρόσωπα της Ελλάδας με την ιδιότητα του Στρατιωτικού Δημοσιογράφου.Radio producer-δημοσιογράφος Στρατιωτικής ενημερωτικής εκπομπής ¨Ενημέρωση Επ Ώμου¨Μεταπτυχιακό στην Διαδικτυακή Δημοσιογραφία

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση των άρθρων χωρίς την έγκριση της ιδιοκτήτριας .
Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.
Η μη αναφορά στην πηγή διώκεται ποινικά